ἐφεδρεία

ἐφεδρ-εία, ,
A a sitting upon,

ἐπὶ δένδρεσι Arist.HA614b6

; ἡ ἐπὶ τοῖς ᾠοῖς ἐ. Id.IA713a21.
II sitting by, waiting for one's turn, of pugilists, etc., drawing 'byes', Pl.Lg.819b.
2 in war, reserve, Plb.1.9.2, D.S.17.12, D.H.9.57 (pl.): but in pl., observationposts, Ath.Mech.16.4.
III lying near, protection, ἡ τῶν πολεμίων ἐ. Plb.23.16.2; station, post, τῷ φυγόντι ἐξ ἐ. Id.1.17.11; lying in wait, Plu.Flam.8, Onos.14.1.
IV watchfulness against symptoms of disease, περὶ ἐ., title of work by Antonius the Epicurean, Gal.5.1. (Sts. written -ρία.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφεδρεία — ἐφεδρείᾱ , ἐφεδρεία a sitting upon fem nom/voc/acc dual ἐφεδρείᾱ , ἐφεδρεία a sitting upon fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεδρείᾳ — ἐφεδρείᾱͅ , ἐφεδρεία a sitting upon fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφεδρεία — η (Α ἐφεδρεία) [εφεδρεύω] 1. το να εφεδρεύει, να κάθεται κάποιος πάνω σε κάτι («ἔχει δὲ καὶ τοὺς ὄνυχας βελτίους τῶν κολοιῶν, πεφυκότας πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τὴς ἐπὶ τοῑς δένδρεσιν ἐφεδρείας», Αριστοτ.) 2. πολεμική δύναμη που παρακολουθεί από κοντά… …   Dictionary of Greek

  • εφεδρεία — η 1. διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις, έτοιμες να πάρουν μέρος στη μάχη. 2. το σύνολο των πολιτών που ανήκουν στον εφεδρικό στρατό: Είμαι στη δεύτερη σειρά εφεδρείας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφεδρείας — ἐφεδρείᾱς , ἐφεδρεία a sitting upon fem acc pl ἐφεδρείᾱς , ἐφεδρεία a sitting upon fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεδρείαν — ἐφεδρείᾱν , ἐφεδρεία a sitting upon fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεδρειῶν — ἐφεδρεία a sitting upon fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεδρεῖαι — ἐφεδρεία a sitting upon fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεδρείαις — ἐφεδρεία a sitting upon fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεδρείης — ἐφεδρεία a sitting upon fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεφεδρεύω — A 1. παραμονεύω ως εφεδρεία, αποτελώ εφεδρεία μαζί με άλλον 2. (γενικά) α) παρατηρώ κάποιον ή κάτι από κοντά β) καραδοκώ, καιροφυλακτώ («συνεφεδρεύσειν τοῑς καιροῑς», Πολ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐφεδρεύω «παραμονεύω, παραφυλάγω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.